Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στο φαράγγι του ποταμού Αγγιτη, που διασχίζει την περιοχή Αλιστρατης στη θέση «Πετρωτό» η με το παλιό όνομα «Σιστακ», εμφανιζόταν η Σφίγγα. Ακόμα αναφέρεται πάντα στην ίδια πηγή, ότι ο Πλούτωνας, ο Θεός του Άδη, ατά έκλεψε την Περσεφόνη, θυγατέρα της Θεάς Δήμητρας, την οδήγησε στη φυσική διώρυγα (φαράγγι), που βρίσκεται η Πύλη του Άδη. Βέβαια στην μυθολογία ο ποταμός Αγγίτη αναφέρεται ως Παναξ η Πανακας. Η περιοχή που αναφέρει η μυθολογία είναι αυτή που βρίσκεται κοντά στο τουριστικό σπηλαίο της Αλιστρατης και στα αλλά σπηλαία της.

Σχετικά με την ευρύτεροι περιοχή αναφέρει ο Ηρόδοτος, στην Ευτέρπη 41-43, Περί Αιγύπτου «....γιατί εκτός από την Ίση και τον Όσιρη, που λένε ότι είναι ο Διόνυσος, όλοι οι Αιγύπτιοι δεν λατρεύουν τους ίδιους θεούς.....». Μ`αυτα τα λόγια ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στη χώρα των αρχαίων Αιγυπτίων μας αναφέρει πως όλοι οι Αιγύπτιοι λάτρευαν την Ίσιδα (Δήμητρα) και τον Όσιρη που τον ταύτιζαν με το Διόνυσο των αρχαίων Θρακών που γεννήθηκε και δίδαξε στο Παγγαίο η την αρχαία Νίσσα όπως ονομαζόταν εξ ου και το όνομα του (ΔΙΟΣ + ΝΥΣΟΣ). Το ονομα του  λοιπόν αυτό το έδωσε ο Διόνυσος στην πόλη των Παιόνων Θρακών που βρισκόταν στις άκρες του ιερού ποταμού Στρυμόνα, την Σιρι την Παιονικη η Οδομαντική. Η σημερινή πόλη των Σερρών στην εποχή του Ηροδότου ονομαζόταν ΣΙΡΙΣ από το Ο-ΣΙΡΙΣ (Διόνυσος). Στην Τερψιχόρη 12-14 ο Ηρόδοτος αναφέρει...ότι η Παιονία βρίσκεται στην περιοχη του Στρυμόνα ποταμού, που δεν είναι μακριά από τον Ελλήσποντο και ότι ήταν άποικοι των Τευκτρων της Τροίας........και στη Τερψιχόρη 14-16.....Από τους Παίονες μεταφέρθηκαν στη Ασία οι Σιροπαιονες, οι Παιοπλαι και όσοι κατοικούσαν έως την λίμνη Πρασιαδα......Στην Πολυμνία 114-117 πάλι αναφέρει ...Άρρωστοι έμειναν στη Θεσσαλία και στη ΣΙΡΙΣ της Παιονίας και στη Μακεδονία. Εκεί είχε αφήσει το ιερό άρμα του Δια όταν προχωρούσε προς την  Ελλάδα, αλλά δεν το ξαναβρήκε φεύγοντας..... .

Απο τα "ΟΡΦΕΩΣ ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ" αντλουμε τα εξεις .... 

Ω άνακτα, προστάτη της Πυθώνος, μακροβόλε, μάντη, που σου έλαχε η απόκρημνη και βραχώδης κορφή του Παρνασσού, την αρετή σου εξυμνώ, και συ χάρισέ μου αγαθή φήμη. Αφύπνισε στην καρδιά μου τον αληθινό λόγο, για να ψάλω στις διασκορπισμένες φυλές των ανθρώπων ύμνο μελωδικό, σύμφωνα με της Μούσας τους κανόνες και με συνοδεία άρπας καλοκουρδισμένης, γιατί τώρα, Λυράρη, καθώς ψάλλω σε σένα τον ύμνο, με παρακινεί η καρδιά μου να φανερώσω πράγματα που ποτέ πριν δεν είπα, όταν παρασυρόμενος από τη βακχική μανία και την απολλώνια, αποκάλυψα τα φοβερά βέλη στους θνητούς και τα γαλήνια όργια στους μύστες. Και πρώτα τους φανέρωσα την ακαθόριστη ανάγκη του αρχέγονου χάους και τον Κρόνο πώς στην απέραντη αγκαλιά του τον αιθέρα γέννησε, καθώς και το διφυή, με την πύρινη ματιά, ένδοξο Έρωτα, ξακουστό γιο της αιώνιας Νυκτός, που οι νεώτεροι Φάνητα αποκάλεσαν, αφού πρώτος φανερώθηκε. Επίσης αποκάλυψα τα τέκνα της ισχυρής Βριμούς και τα έργα τα σκοτεινά των Γηγενών, οι οποίοι, παίρνοντας ολέθριο σπέρμα απ' τον Ουρανό, έπλασαν το προηγούμενο γένος των θνητών που κατοικούν πάντα στην απέραντη γη. Κι ακόμη το έργο του Διός και την αφοσίωση της ορεσίβειας Μητέρας, η οποία συμβουλεύθηκε στα Κύβελα την Περσεφόνη για τον ακαταμάχητο Κρονίωνα. Μίλησα επίσης για το περίφημο καταξέσκισμα του Ηρακλή και του Ευβούλου, για τα όργια των Ιδαίων και τη μεγάλη δύναμη των Κορυβάντων, για την περιπλάνηση της Δήμητρας και της Περσεφόνης το μέγα πένθος, για την όσια Θεσμοφόρο και των Καβείρων τα δώρα τα λαμπρά, για τους απόκρυφους χρησμούς της Νυκτός σχετικά με; τον άνακτα Βάκχο, για την ιερή τη Λήμνο και τη θαλασσινή Σαμοθράκη, την υψιτενή Κύπρο και την Αδωναία Αφροδίτη, για τα όργια της Πραξιδίκης και τις νύκτες της φιλοπόλεμης Αθηνάς, για τους θρήνους των Αιγυπτίων και τα ιερά λουτρά του Όσιρη. Όσο για τη μαντική τέχνη, εσύ γνωρίζεις τους δρόμους τους πολυποίκιλους των ζώων και τις πορείες των πουλιών και τη θέση των σπλάχνων, καθώς και όσα προλέγουν οι ψυχές των θνητών με, ονειρικές σκηνές, όταν ο νους κοιμάται. Κι ακόμη γνωρίζεις την εξήγηση σημείων και τεράτων, τις πορείες των άστρων και τον εξαγνιστικό καθαρμό, που μέγα όφελος είναι στους θνητούς, καθώς και τις εξιλεώσεις των θεών και τα άφθονα για τους νεκρούς δώρα. Και άλλα βέβαια σου απαρίθμησα, όσα είδα και κατάλαβα, όταν κατέβηκα το σκοτεινό δρόμο του Ταινάρου, για να μπω στον Άδη λόγω του έρωτα προς τη γυναίκα μου, έχοντας πεποίθηση βέβαια στη δική μου την κιθάρα. Και ακόμη όσα ιερά λόγια ξεστόμισα στην Αίγυπτο, όταν έφθασα στη σεπτή Μέμφιδα και στις ιερές πόλεις του Άπιδος, που στεφανώνει με τα πολλά νερά του ο Νείλος. Όλα αυτά με ακρίβεια έμαθες απ' τα δικά μου στέρνα. Μα τώρα που ο πλανώμενος στον αέρα φοβερός οίστρος άφησε το σώμα μου και πέταξε στον πλάτη ουρανό, θα μάθεις απ' τα δικά μου χείλια όσα πριν απέκρυπτα. Δηλαδή πώς κάποτε από την Πιερία κι απ' τις απόκρημνες κορυφές των Λειβήθρων ο πρώτος των ηρώων και των ημιθέων πέρασε, παρακαλώντας με να γίνω βοηθός στο δικό του ταξίδι με ποντοπόρο πλοίο προς αφιλόξενα γένη ανθρώπων, σε ένα έθνος πλούσιο και αγέρωχο, στο οποίο βασιλεύει ο Αιήτης, γιος του Ήλιου που φωτίζει τους ανθρώπους. Γιατί ο Πελίας φοβόταν τους χρησμούς. δηλαδή μήπως ύπουλα χάσει απ' τον Αισονίδη τη βασιλική αρχή, και δολερό τέχνασμα στο μυαλό του σχεδίαζε για να τον ξεγελάσει. Γιατί τον διέταξε να φέρει από τους Κόλχους το χρυσόμαλλο δέρας στη Θεσσαλία, τη γεμάτη με άλογα. Εκείνος, ακούγοντας τη φοβερή προσταγή, επικαλέστηκε τη σεπτή Ήρα, υψώνοντας τα χέρια στη Θεά,
γιατί αυτήν από τους μακάριους θεούς λάτρευε περισσότερο .......... ο θεϊκός Ιάσων έσπευσε στη Θράκη με τα πολλά άλογα και με συνάντησε, καθώς ετοίμαζα την πολυποίκιλτη λύρα για να πω ένα μελωδικό τραγούδι εξυμνώντας σε και να μαγέψω τα ζώα, τα ερπετά και τα πτηνά. Και μπαίνοντας στο πολυαγαπημένο μου άντρο, μου μίλησε με μειλίχια φωνή που έβγαινε από τα δικά του στέρνα. «Φίλε Ορφέα, του Οιάγρου γιε και της Καλλιόπης, που βασιλεύεις στους Κίκονες της Βιστωνίας με τα πολλά ποίμνια, χαίρε,
γιατί για πρώτη φορά έρχομαι στις βουνοκορυφές του Αίμου,
στα ρεύματα του Στρυμόνα και στα ορεινά φαράγγια της Ροδόπης.
Από την έξοχη γενιά των Μινύων κατάγομαι εγώ, Αισονίδης Θεσσαλός και θα χαρώ, αν τύχω της φιλοξενίας σου. Έτσι με ευμένεια δέξου με σαν φίλος και άκουσε ευνοϊκά τα λόγια μου και εμένα που σε ικετεύω να με ακολουθήσεις στα βάθη του Εύξεινου Πόντου και στον όμορφο Φάσι με το πλοίο Αργώ και να μας δείξεις τους θαλάσσιους δρόμους της Παρθενίας Θάλασσας, ......... Γιατί φυσικά, δεν σκέφτονται να ταξιδεύσουν σε βαρβαρικές φυλές δίχως εσένα.......

Τη σπουδαιότητα της πόλης των Σερρών μας την αναλύει και ο Παντελής Ιωαννιδης στο βιβλίο του „ Η άγνωστη προϊστορία των Ελλήνων “. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η πόλη των Σερρών υπήρξε η πρωτεύουσα των αρχαίων Ελλήνων πριν 10.000 χρόνια, υπήρξε πρωτεύουσα του βασιλέα των Οδομαντων Θρακών Σιθωνα. Μάλιστα κάνει και αναφορές στην αρχαία Ραμαγιανα των Αρειοθρακοινδων που την αναφέρουν σαν SARASVATA και την ταυτιζουν με τον Στρυμόνα ποταμό.