|
ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ (700 π.χ 324 μ.χ) Πρόλογος Εκτεταμένη και πυκνή είναι η παρουσία των ελληνικών θεών στην περιοχή της Αλιστρατης και της Δράμας, όπως προκύπτει από τις αναθηματικές επιγραφές που βρέθηκαν σε αρχαίους οικισμούς στον ευρύτερο χώρο. Αυτό φανερώνει φυσικά ότι οι Θράκες, πρώτοι κάτοικοι της περιοχής, είχαν δεχθεί από πολύ ενωρίς, τουλάχιστον από τον 7ο αιω. π.Χ., την επίδραση της λατρείας των ελληνικών θεών από τους Έλληνες (Αθηναίους) αποίκους και αργότερα και από τους Μακεδόνες που είχαν κι αυτοί επίσης τις ίδιες θρησκευτικές πεποιθήσεις με τις άλλες ελληνικές φυλές. Οι Θράκες κάτοικοι της περιοχής εκτός από τους ελληνικούς θεούς λάτρευαν παράλληλα και τους δικούς τους επιχωρίου θεούς που δεν ήταν κι αυτοί λίγοι.
Η λατρεία των ελληνικών θεών τουλάχιστον για όσους αναφέρονται επώνυμα στις αναθηματικές στήλες της περιοχής δεν περιορίζεται μόνο στο συμβατικό αυτό χρονικό διάστημα (700-146 π.Χ.) αλλά επεκτείνεται και στους χρόνους μετά τη ρωμαϊκή εποχή από τη μια μεριά λ.χ. ο Διόνυσος ταυτίζεται πλέον με τον Liber Pater (1. Σαμσάρη Δημ., Ο εξελληνισμός της Θράκης κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 204, σημ. 9, όπου και βιβλιογραφία.) και από την άλλη εμφανίζονται πλέον κατά τους 2ο και 3ο αιώ. μ.Χ. λατρευτικές προτιμήσεις σε νέους θεούς, όπως λ.χ. στον θράκα Ιππέα (Σαμσάρη Δημ., ο.π., σ. 219 και σημ. 1, όπου και βιβλιογραφία). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής αυτής θράκες, Έλληνες άποικοι και Μακεδόνες αφού λάτρευαν τους ίδιους θεούς πάντοτε, είχαν ασφαλώς και τους ίδιους κοινούς προγόνους και την ίδια κοινή καταγωγή που ανέβαινε ως το απώτερο παρελθόν. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει απόλυτα από τις φιλολογικές πηγές και τα αρχαιολογικά δεδομένα (επιγραφές, προτομές) που διαθέτει έως σήμερα η έρευνα. Επιγραφικές μαρτυρίες Έχουν διασωθεί πολλοί μύθοι γύρω από τον Διόνυσο. Αναλυτικότερα κατά τον μύθο αυτόν ο Διόνυσος ο οποίος ανακάλυψε την άμπελο αφού περιπλανήθηκε αρχικά στην Αίγυπτο και στη Συρία φθάνει αργότερα στα κύβελα της Φρυγίας, όπου και εξαγνίζεται από τη Ρέα, από τη μανία (την ερωτική η μανία οργής) που τον είχε φορτώσει η Ήρα. Εκεί έμαθε την τελετουργία της μυήσεως και αφού φόρεσε την σχετική στολή τη Θράκη ετοιμαζόταν να φύγει για την Ινδία. Ο Λυκούργος όμως που ήταν βασιλιάς των Ηδωνών (θρακικής φυλής), οι οποίοι κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Στρυμόνα, ήταν ο πρώτος που τον πρόσβαλε και τον έδιωξε. Ο Διόνυσος κατάφερε και έφυγε προς τη θάλασσα αλλά οι Βάκχες και οι Σάτυροι που τον ακολουθούσαν παρέμειναν αιχμάλωτοι του Λυκούργου. Τελικά οι Βάκχες ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τους και ο Διόνυσος έσπευσε να ρίξει τη μανία του στον Λυκούργο, ο οποίος πάνω στην τρέλα του παίρνει το τσεκούρι και σκοτώνει μ' αυτό τον γιο του Δρύαντα που τον πέρασε για κλήμα. Ο Διόνυσος βλέποντας πως η γη έμεινε άκαρπη χρησμοδότησε ότι δεν επρόκειτο να ξανακαρπίσει αυτή αν προηγουμένως δεν θα έχει θανατωθεί ο Λυκούργος. Οι Ηδωνοί μόλις άκουσαν τα λόγια αυτά του Διονύσου τον έπιασαν και τον έσυραν στο Παγγαίο, όπου και τον έδεσαν. Εκεί, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου του Διόνυσου, πέθανε από τις κλωτσιές των αλόγων (Απολ. Βιβλιοθήκη, III, V, 1.). Εξάλλου ο Διόνυσος αφενός θεωρούνταν ο θεός της βλαστήσεως (μαζί με τη Δήμητρα) και γι' αυτό οι ασχολούμενοι με την καλλιέργεια της γης τον πρόσφεραν θυσίες για να έχουν πλούσια παραγωγή από τα χωράφια τους ( Αρρ. Κυνηγετικός, 35,2,20.) και αφετέρου ήταν ο θεός που εφεύρε το άροτρο και κατάφερε να ζεύξει βόδια σ' αυτό ( Αρρ. Ινδική, VII, 7.).
Ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της διονυσιακής λατρείας αν όχι το σημαντικότερο πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή της Αλιστρατης και της Δράμας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο στο Παγγαίο υπήρχε το μαντείο του Διονύσου που ήταν περίφημο στην αρχαιότητα και ανήκε στη θρακική φυλή των Σατρών. Μάντεις και προφήτες του μαντείου αυτού ήταν οι Βησσοί που ανήκαν φαίνεται στην άρχουσα τάξη των Σατρών (27. Ηροδ,, VII, 111. Perdrizet, ο.π., γενικά.).
Στην περιοχή της Αλιστρατης, και στην ίδια την Αλιστράτη, και της Δράμας βρέθηκαν πολλές επιγραφικές μαρτυρίες και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα που μας οδηγούν στη βέβαιη άποψη και στο συμπέρασμα ότι η λατρεία του Διονύσου στην περιοχή αυτή ήταν πολύ έντονη. Η λατρεία του Διονύσου σε ορισμένες περιπτώσεις συνδεόταν με την λατρεία του Ηρακλή αλλά αυτή η μαρτυρία που προέρχεται από την επιγραφή του Δοξάτου νομίζω ότι δεν ανατρέπει τον κανόνα της μοναδικότητας της λατρείας του Διονύσου. Ιερά του Διονύσου στην περιοχή της Αλιστρατης και της Δράμας δεν πρέπει να υπήρχε μόνο ένα αλλά περισσότερα. Εκτός από το Ιερό του Διονύσου που τοποθετείται από ορισμένους ερευνητές στο Παγγαίο, πιστεύεται πως υπήρχε και άλλο Ιερό του Διόνυσου στην περιοχή της Καλής Βρύσης (Γκόρνιτσα) ( Καπετανάκη-Ακρίτα, Μι., Μαχμούτ πασάς κ.λ.Π., Α|3|Αμα Ί937, σ. 11.). Αυτά τα πορίσματα προκύπτουν από τις επιγραφικές μαρτυρίες που έρχονται τυχαία στην η και σκόπιμα αρχαιολογικά στην επιφάνεια. ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΛΙΣΤΡΑΤΗΣ Ι ΟΙ ΠΕΡΕΙ ΡΟΥΦΟΝ Οι περ(ε)ι Ρουφον ZΕΙΠΑWYEIEYBOTRY Ζειπα….. ΗC ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΜΥ ης Διόνυσου Μυ ΥΦΩΤΩΣ ΕΥΕΡ…….. υ φωτως ευερ….. ΡΟΝΕΧΑΡΗ ρον εχαρη….
Η επιγραφή αυτή βρέθηκε στην Αλιστράτη και είναι χαραγμένη κάτω από ανάγλυφο που παριστάνει έναν άνδρα γενειοφόρο που πρέπει να είναι ο Διόνυσος, όπως αναφέρεται σε αυτήν (Δημιτσα Μ., ο.π. σ. 822, αριθ. 1104). Η επιγραφή δηλώνει ότι υπήρχε στην Αλιστράτη ιερό του Διόνυσου και ο χρόνος της κατασκευής του πρέπει να είναι γύρω στον 6ο αιων. π.χ. γιατί η μορφή του εμφανίζει στοιχεία των αρχαϊκών χρόνων. Από την επιγραφή αυτή προκύπτει ακόμη ότι στην Αλιστρατη υπήρχε πόλισμα (μικρή συνοικία), που διατηρήθηκε από την θρακική μέχρι την ρωμαϊκή περίοδο, και η σημασία της ανάγεται στο γεγονός ότι αναφέρονται δυο ονόματα, ένα θρακικό (ΖΕΙΠΑ) και ένα ρωμαϊκό (ΡΟΥΦΟΣ). Η επιγραφή αυτή δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1876 (BCH 17/1893 634. Μ. Δημιτσας 1896, σ. 822, αριθ. 1104. BCH 24/1900 317. P. Collart 1937, σ. 416 σημ. 4. Δ. Σαμσαρης 1976, σ. 180.).
Ο Μ. Δημιτσας γράφει, σχολιάζοντας αυτήν την επιγραφή (Μ. Δήμιτσας 1896, αριθ. 1104)
„ ......Αύτη ευρέθη ουχί εν Τζατάλτζα, άλλ' εν τω χωρίω 'Αληστράτη, κεχαραγμένη, επί ανάγλυφου, παριστώντος προτομήν ανδρός πωγωνοφόρου εστεμμένου, όστις κατά πάσαν πιθανότητα εστίν ό εν τη επιγραφή μνημονευόμενος θεός Διόνυσος, του οποίου το μαντειον εκείτο προς Β. της Δραβήσκου επί του όρους, ένθα ώκουν οί Σάτραι (Βησσοί), κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου (7, 111). Και αυτή έδημοσιεύθη υπό του αύτού Ν. Ι. Ίαννοπούλου, όστις προστίθησιν ότι και τα λοιπά χωρία της περιοχής, Ρεσίλοβα, Γλενίκοβα, Γκόρνιτσα και λοιπά έπρομήθευσαν τω Heuzey αφθονον ύλην επιγραφών, μετενεχθεισών πιθανώτατα εκ του έκεί που κειμένου μαντείου...... „ ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΛΙΣΤΡΑΤΗΣ ΙΙ
VBCVR [S]ub cura(tione) Ητοι υπο την επιστασιαν του ATVRN [S]aturn[ini] (?) Σατουρινου….εδοθησαν ΜΑ ma..... παρα του ζωντος εις τους VIVA viva [donavit thiasis] θιασους του Βακχου δηνα- EACC BACC[hi (?) (denarios)... ex ρια…προωρισμενα προς QVO quo[r(um redi(u)ad moni] τελεσιν ενός συμποσιου παρα MENT mentum.......] τον ταφον αυτου κατά την ROSA Rosa[libus...] ημερα των Ροσαλιων. Αν VESC vesc(antur, quod si non] δε δεν εκτελεσωσι την πα- FECERIN fecerin [...da..] παγγελιαν ταυτην θα δω- BVNT-HERE bunt herc[dibus (?).... σωσι τοις κληρονομοις….
Για την επιγραφή αυτή αναφέρει ο Μ. Δημιτσας ( Μ. Δημιτσας 1896, αριθ. 1060).
„…..Εν τοις δυτικοίς oρίοις των Φιλίππων και της Δράμας κείται ή κωμόπολις Άλιστράτη, ένθα υπάρχει ή Ρωμαϊκή γέφυρα καδίμ Κιουπρού έκτισμένη δια μαρμάρων, εν οίς εύρηνται λείψανα στηλών Ρωμαϊκών και επιγραφαί τίνες, ή πρώτη των όποιων, καίπερ κατά το ύμισυ κεκρυμμένη εν τη οικοδομή της γέφυρας, περιέχει τύπους ανάλογους προς τους εν τοίς μνημείοις του Ρεσσίλοβα. Ταύτην την επιγραφήν, εκεί ευρεθεισαν, έδημοσίευσεν ό Heuzey (Ν. 90) και μετ' αυτόν άνεδημοσίευσεν ό Mommsen (Ν. 662) μετά μικρών διαφορών γραφής οίον εν στιχ. ε' γράφει FACC/ur et donavit αντί ΕΑCC, εν τv σ' στιχ. QVΟ/umdeinde ex incre, εν τv ζ' στιχ. ΜΕΝΤ/ις και εν τv θ' στιχ. VESCI/ntur quod sinon αντί vesc/antur quod sinon].....“
ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΛΙΣΤΡΑΤΗΣ ΙΙΙ
VCIO.A TIARIV II
Γράφει παρακάτω λοιπόν ο Δημιτσας ( Μ. Δημιτσας 1896, αριθ.1061/219 και 1062/220) „ ....Τα λείψανα ταύτα, εν οίς υπάρχει ονομα Ρωμαίου τινός ανήκοντος εις την γενεάν των Atiarii, ευρεθέντα εν τω αύτω μέρει, έδημοσιεύθησαν υπό του Heuzey (Ν. 91-92)..... „. |
|||