ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (6000 π.χ – 700 π.χ)

Στοχασμοί και παρατηρήσεις για πιθανές θέσεις προϊστορικών οικισμών στην περιοχή Αλιστρατης και Δράμας.

Οι Πελασγοί ή άλλοι λαοί που αναφέρονται με το γενικό όνομα Πελασγοί ήταν οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ελλάδος. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος οι Πελασγοί έφεραν το όνομα θράκες. Στα γεωγραφικά διαμερίσματα της Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης κατοικούσαν διάφορες θρακικές φυλές, ενώ άλλες θρακικές φυλές κατοικούσαν και στις νοτιότερες περιοχές της Ελλάδος. Οι Πελασγοί ή Θράκες ανέπτυξαν αξιόλογο πολιτισμό σε έργα τέχνης και λατρείας, διακρίθηκαν στην τειχοδομία και οικοδομική και συσπειρώθηκαν σε κοινωνικές ομάδες για την καλύτερη πραγματοποίηση των σκοπών τους. Είχαν την συνήθεια να ιδρύουν τους οικισμούς τους στις όχθες των λιμνών και των ποταμών, όπως επίσης είχαν τα σπίτια τους επάνω σε τεχνητούς λοφίσκους που κατασκεύαζαν οι ίδιοι (= τούμπες) ή σε εδαφικές προεξοχές και τους περιέβαλλαν με ισχυρά αμυντικά τείχη.

Οι σημαντικότερες περιοχές που πήραν το όνομα τους από τις φυλές που τις κατοικούσαν ήταν:  

  • Βισαλτία.  Περιλάμβανε τη σημερινή περιοχή Νιγρίτας - Σωχού 
  • Σιντική.  Περιλάμβανε τη σημερινή περιοχή Σιδηροκάστρου - Ηράκλειας 
  • Ηδωνίς. Τοποθετείται στη σημερινή περιοχή Ζίχνης - Αλιστράτης και Δράμας. 
  • Παιονία.  Αποτελούσε τη σημερινή επαρχία Σερρών. 

Στην ευρύτερη περιοχή της Αλιστρατης και Δράμας την προϊστορική εποχή αλλά και κατά τους ιστορικούς χρόνους εμφανίζονται πολλές πελασγικές ή θρακικές φυλές που αριθμούνται σε πολλές δεκάδες. Ορισμένοι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρουν ότι οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής αυτής που βρίσκεται ανάμεσα στους δυο ποταμούς Στρυμόνα και Νέστο ήταν θράκες. Η αρχαιολογική μάλιστα σκαπάνη επεσήμανε σε πολλές περιπτώσεις οικιστικούς πυρήνες που ανάγονται στην νεολιθική περίοδο, όπως στο Ντικιλί-Τας1, οικισμό κοντά στους Φιλίππους, επίσης στην Τούμπα Αλιστρατης2, στον Αρκαδικό Δράμας3 κ.α. Οι οικισμοί αυτοί έχουν καταπληκτική ομοιότητα με τους άλλους όμοιους οικισμούς που έχουν ανακαλυφθεί στις περιοχές της Θεσσαλίας και της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Οι αρχαιολόγοι εξακρίβωσαν ότι ο οικισμός του Ντικιλί-Τας ανήκει στην 5-4 χιλιετία π.Χ. και οι οικισμοί της Τούμπας Αλιστράτης η Σιταγρών και της Δράμας ανήκουν επίσης περίπου στην ίδια χρονική περίοδο.

Η έλλειψη φιλολογικών πηγών και η ανυπαρξία αρχαιολογικών ανασκαφών σε ευρύτερη κλίμακα είναι τα δύο σοβαρά και καίρια προβλήματα που εμποδίζουν τους ερευνητές της ιστορίας της Αλιστρατης και της περιοχής της Δράμας να εισχωρήσουν σε λεπτομερέστερες αναλύσεις των στοιχείων που πιθανολογείται ότι υπάρχουν στο χώρο αυτόν. Το φυσικό περιβάλλον εξάλλου παίζει σημαντικό ρόλο στις προτιμήσεις των ανθρώπων για την επιλογή της κατοικίας τους. Οι πρώτοι άνθρωποι προκειμένου να κτίσουν τις κατοικίες τους διάλεγαν εδαφικά σημεία που είχαν όμορφο φυσικό περιβάλλον, ασφάλεια από τις επιθέσεις ανθρώπων και αγρίων θηρίων, νερό και τροφή. Οι άνθρωποι ένιωθαν την ανάγκη να ζουν σε ωραίο φυσικό περιβάλλον. Είναι κατά συνέπεια πολύ πιθανό η περιοχή της Αλιστρατης και της Δράμας που περιβάλλονταν από τον βορρά, από κατάφυτα βουνά, που σήμερα δεν είναι τόσο κατάφυτα, από τον νότο, ανατολικά και δυτικά που περιβρέχεται από υδάτινες πηγές, τα ποτάμια και τις λίμνες και καλύπτονταν από πυκνότατο δάσος από πανύψηλα δένδρα με πλατάνια, ιτιές, αιγείρους κ.ά., να είχε επιλεγεί από τους ανθρώπους ως μόνιμο ενδιαίτημα τους. Ακόμη και σήμερα διατηρούνται στον οικιστικό αυτόν χώρο επαρκή ίχνη της οργιαστικής βλάστησης που υπήρχε σε ευρεία κλίμακα κατά την αρχαιότητα κυρίως στα σημεία που συναντούμε τον επίγειο παράδεισο με τις λίμνες, τα ποταμάκια και τις πηγές (παλαιό νησάκι, νέο νησάκι, μύλοι, σφαγεία, γαλάζια νερά Αλιστρατης κ.ά.). Δεν αποκλείεται και στον δασοφυτεμένο αυτόν χώρο να ζούσαν τότε και άγρια θηρία εφόσον στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο ανάμεσα στους ποταμούς Νέστο και Στρυμόνα ζούσαν την ίδια εποχή τα αγριότερα θηρία, όπως τα αναφέρουν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς. Η τοποθεσία αυτή ήταν η ιδανικότερη και η προσφορότερη από πολλές άλλες που υπήρχαν στην περιοχή Δράμας για την εγκατοίκηση ανθρώπων γιατί παρουσίαζε πολλά πλεονεκτήματα: ασφαλή διαμονή και διαβίωση, εύκολη και άμεση εύρεση της τροφής (ψάρια, θηράματα), γεωργική καλλιέργεια, άφθονα νερά, ξύλευση, πέτρες. Ο χώρος αυτός έδινε όλα τα αναγκαία αγαθά στον άνθρωπο για να ικανοποιεί τις βασικές βιοτικές ανάγκες του. Ειδικότερα είχε άφθονη και θρεπτική τροφή από ψάρια και άλλα υδρόβια και από θηράματα, είχε γεωργική απασχόληση καλλιεργώντας στην πεδιάδα σιτάρι και λινάρι, είχε άφθονο πόσιμο νερό και νερό καθαριότητος, είχε ξυλεία για την κατασκευή της καλύβας του, των εργαλείων και των διαφόρων αντικειμένων οικιακής και επαγγελματικής χρήσης, για το ψήσιμο της τροφής (κρέας, ψάρια) και το βράσιμο του νερού, είχε πέτρες από τους ποταμούς για την κατασκευή εργαλείων, σκευών και όπλων. Όταν, σε όλη την περιφέρεια της Αλιστρατης και του νομού Δράμας, έχουν εντοπισθεί πολλοί προϊστορικοί θρακοπελασγικοί οικισμοί, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τα ίδια αυτά Θρακοπελασγικά στοιχεία δεν θα μπορούσαν να είχαν ιδρύσει και άλλους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή.

Ο προϊστορικός οικισμός του Αρκαδικού Δράμας λοιπόν, όπως και οι οικισμοί της Τούμπας Αλιστρατης η Σιταγρων, του Ντικιλί-τας κ.ά. εποικίσθηκαν στα 5000-4000 π.Χ. και πιστεύεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι τους ήταν Πελασγοί Θράκες. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που έχουν οι άνθρωποι και η ανάγκη της άμυνας που προέρχεται από το αίσθημα αυτό, ανάγκασαν αυτούς να πάρουν ορισμένα προληπτικά μέτρα ασφαλείας για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις επιθέσεις που γίνονταν από τις ξένες κοινωνικές ομάδες και τις επιδρομές από τα άγρια θηρία της περιοχής τους. Οι πρώτοι κάτοικοι της τοποθεσίας αυτής οδηγούμενοι από το αίσθημα αυτό της αυτοσυντήρησης είναι πολύ πιθανό να είχαν επιλέξει για κατοικία τους τις όχθες των λιμνών και των ποταμών της Δράμας κυρίως για να αποφύγουν τις επικίνδυνες επιδρομές των άγριων ζώων που λυμαίνονταν και την περιοχή αυτή. Γιατί, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το εδαφικό διαμέρισμα που εκτείνεται από τον ποταμό Νέστο και δυτικά που καταλήγει πιο πέρα και από τον ποταμό Στρυμόνα, κατά την προϊστορική και την αρχαία ιστορική περίοδο ήταν γεμάτη από τα αγριότερα ζώα της εποχής εκείνης.

Ο Ηρόδοτος γράφει (Ηροδ., VII, 126, έκδοση LOEB, 1922 No. 119), ότι στην περιοχή αυτή και σε καμία άλλη από την γνωστή τότε Ευρώπη ζούσαν λιοντάρια και άγρια βουβάλια με τεράστια κέρατα και μάλιστα ότι τα λιοντάρια αυτά έτρωγαν τις καμήλες που ακολουθούσαν ως μεταγωγικά το εκστρατευτικό σώμα του Ξέρξη(Ηροδ., VII, 126 έκδοση LOEB 1922 No.119). Επίσης ο Ξενοφών αναφέρει (Ξενοφ., Κυνηγ., Ια, 1 Αππ. Κυνηγετ., Ι, 1-3) ότι σ' αυτήν την περιοχή ζούσαν σε μεγάλες αγέλες λιοντάρια, λεοπαρδάλεις, λίγκες, πάνθηρες και αρκούδες. Επομένως οι προϊστορικοί άνθρωποι που κατοικούσαν στην τοποθεσία αυτή προκειμένου να αποφεύγουν τις επιδρομές των αγρίων θηρίων έπρεπε να προφυλαχθούν στις όχθες των λιμνών και των ποταμών της και να κατασκευάσουν τις καλύβες τους μέσα στα νερά. Στις καλύβες αυτές, που κατασκευάζονταν με πασσάλους από ξύλα και με καλάμια έβρισκαν την σωτηρία τους οι προϊστορικοί άνθρωποι. Στη Αλιστράτη και στην Δράμα, όπου υπήρχε πυκνότατο δασικό σύμπλεγμα και ζούσαν άγρια ζώα και υπήρχαν και υπάρχουν πολλές λίμνες, υδάτινες πηγές και ποταμάκια, δεν είναι καθόλου απίθανο να είχαν εγκατασταθεί ορισμένες φυλές ανθρώπων από την αρχαιότατη περίοδο της ιστορίας της. Και ναι μεν οι ανασκαφές στο Αρκαδικό Δράμας έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη προϊστορικού οικισμού στις όχθες περίπου του ποταμού της Αγίας Βαρβάρας και αλλού, δεν είναι όμως ακόμη βεβαιωμένο ότι άνθρωποι των οικισμών αυτών είχαν κατασκευάσει και πασσαλόκτιστες καλύβες μέσα στον υδάτινο χώρο.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει  ότι στην Πρασιάδα λίμνη είδε να υπάρχουν παρόμοιες καλύβες και περιγράφει τον τρόπο της κατασκευής τους, τον τρόπο αλίευσης των ψαριών, τα είδη των ψαριών, όπως επίσης καταγραφεί και τα ήθη των ανθρώπων που διέμεναν στις λιμναίες αυτές οικήσεις (11. Ηροδ. V, 16, έκδοση ΙΟΕΒ, 1922 (Νο 119), σε μετάφραση, «...μέσα στα νερά (της λίμνης) υπάρχουν όρθιοι υψηλοί δοκοί στους οποίους συναρμολογούνται πατοσάνιδα, με μια είσοδο στενή από το μέρος της ξηράς, που αποτελεί την μοναδική γέφυρα. Αυτούς δε τους δοκούς που αποτελούν στηρίγματα των σανίδων από πολλά χρόνια τους έχουν στήσει οι πολίτες όλοι μαζί, στα κατοπινά χρόνια τους διατήρησαν, ακολουθούντες την εξής συνήθεια: κάθε άνδρας που θα παντρευτεί (ο καθένας παίρνει πολλές γυναίκες) μεταφέρει από το βουνό που λέγεται Όρβηλος τρία δοκάρια που τα εμπήγουν. Κατοικούν ως εξής: ο καθένας έχει στα σανίδια αυτά μια καλύβα μέσα στην οποία ζει και στην καλύβα αυτή οι σανίδες είναι ανοικτές με μια πόρτα, που οδηγεί κάτω στη λίμνη, δένουν τα μικρά παιδιά από το πόδι με σχοινί γιατί φοβούνται μήπως γλιστρήσουν στη λίμνη. Τα άλογα και τα υποζύγια τα τρέφουν με ψάρια που υπάρχουν σε τόση μεγάλη ποσότητα, ώστε ανοίγουν την καταπακτή και όταν κατεβάσουν στη λίμνη κανένα καλάθι, δεν αργούν να το ανεβάσουν γεμάτο με ψάρια. Υπάρχουν δύο είδη ψαριών, πάπρακες και τίλωνες».

Είναι συνεπώς πολύ πιθανό μέσα στον υδάτινο αυτόν παράδεισο να είχαν κατασκευάσει και λιμναίες καλύβες οι άνθρωποι των προϊστορικών οικισμών της Δράμας χωρίς βέβαια να αποκλείεται και το αντίθετο. Πάντως οι λιμναίες αυτές καλύβες -αν υπήρχαν- ανήκουν στην νεολιθική περίοδο γιατί στην ίδια περίοδο ανήκαν και οι πασσαλόκτιστες καλύβες της Πρασιάδος λίμνης και μάλιστα όχι αργότερα από τα 5000 π.Χ. χρόνια. Τις καλύβες της Πρασιάδος λίμνης είχαν κατασκευάσει θράκες. Στην περιοχή Δράμας ζούσαν, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω θρακικές φυλές και είναι επόμενο και στο προϊστορικό οικισμό της Δράμας να ζούσε κάποια θρακική φυλή απ" αυτές που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Απομένει πλέον να επαληθευθεί και το ότι οι θράκες αυτοί της Δράμας είχαν κατασκευάσει και πασσαλόκτιστες καλύβες μέσα στον υδάτινο χώρο των λιμνών και των ποταμών της. Και δεν χρειάζεται στο σημείο αυτό να επαναληφθεί ότι η άποψη αυτή είναι πολύ πιθανή, όταν υποτεθεί ότι οι κάτοικοι της Δράμας μέσα στα νερά θα είχαν μεγαλύτερη ασφάλεια από τις επιθέσεις των αγρίων ζώων της περιοχής και τις ληστρικές επιδρομές εχθρικών αλλοφύλων ομάδων αλλά και ότι θα είχαν εξασφαλίσει για πολλές ημέρες την τροφή τους παραμένοντας στις καλύβες τους (ψάρια, υδρόβια). Το ζήτημα αν υπήρχαν ή όχι πασσαλόκτιστες καλύβες στην περιοχή των λιμνών και ποταμών της Δράμας προκαλεί ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον και γι' αυτό θα πρέπει να απασχολήσει τους ειδικούς επιστήμονες. Για την θέση της Πρασιάδος λίμνης δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των συγγραφέων. Άλλοι την τοποθετούν και την ορίζουν σαν την σημερινή Κερκινη λίμνη και άλλη σαν την λίμνη του σημερινού λεκανοπεδίου της περιοχής Δράμας.

Στην περιοχή της Αλιστρατης και της Δραμας έγιναν κατά την προϊστορική περίοδο και στην συνέχεια αργότερα ως τον 7ο π.χ. αιώνα συγκλονιστικά γεγονότα που είχαν ως αποτέλεσμα την μετακίνηση διαφόρων φυλετικών ομάδων η εθνών από τόπο σε τόπο, την αφομοίωση φυλών από άλλες ισχυρότερες και την εξαφάνιση ορισμένων φυλών. Τα γεγονότα αυτά όμως προκάλεσαν αναστάτωση και σάλο στην περιοχή και αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στις μετακινούμενες ομάδες και φυλές.

Οι Πίερες ή Πιερείς που διώχθηκαν από την αρχική τους κοιτίδα, την Πιερία, από τους Μακεδόνες, εγκαταστάθηκαν έπειτα από σκληρούς αγώνες κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα στους πρόποδες του Παγγαίου ( Θουκυδ., II, 99, έκδοση ΙΟΕΒ, 191 (Νο 108), «... την δε παρά θάλασσαν νυν Μακεδονίαν Αλέξανδρος ό Περδίκκου πατήρ και οι πρόγονοι αυτού, Τημενίδαι το άρχαιον οντες εξ "Αργούς, πρώτοι έκτήσαντο και έβασιλευσαν, άναστήσαντες μάχη εκ μεν Πιερίας, οι ύστερον υπό το Πάγγαιον πέραν Στρυμόνος ώκησαν Φάγρητα και αλλά χωρία (και έτι και νυν Πιερικός κόλπος καλείται ή υπό τω Παγγαίω προς θάλασσαν γή),...».

Οι Θράκες που κατοικούσαν στον χώρο ανάμεσα στους ποταμούς Νέστο και Στρυμόνα ονομάζονταν Παναίοι, Οδόμαντες, Δρώοι και Δερσαίοι και ήταν όλες φυλές αυτόνομες ( Θουκυδ., II, 101, έκδοση ΙΟΕΒ, 1919 (Νο 108), «...έφοβήθησαν δε και οι πέραν Στρυμόνος προς βορέαν Θράκες, όσοι πεδία εϊχον Παναιοι και Όδόμαντοι καΐ Δρώοι και Δερσαϊοι· αυτόνομοι δ' είσι πάντες».

Επίσης Θράκες ήταν οι Σαππαίοι που εγκαταστάθηκαν ανατολικά από το Δάτο (= Κρηνίδες, Φίλιπποι), οι Ηδωνοί και οι Σάτρες ( Ηροδ., VII, 110, έκδοση ίΌΕΒ, 1922 (Νο 199), «έθνεα δε θρηϊκών δι· ων της χωφρης όδόν έπιοέετο τοσάδε... Σαππαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί, Σάτραι".

Βόρεια από το Παγγαίο κατοικούσαν οι Παίονες, οι Δόβηρες και οι Παιοπλοί. Από όλες αυτές τις θρακικές φυλές οι Σάτρες ήταν λαός πολύ πολεμικός που κατέλαβε τα βουνά γύρω από την Αλιστρατη και την Δράμα και ήταν ο μοναδικός λαός που δεν υποτάχθηκε σε κανέναν ( Ηροδ., VII, 111, έκδοση ίΟΕΒ, 1922 (Νο 199), «Σάτραι δε ούδενός των ανθρώπων υπήκοοι έγένοντο, όσον ημείς ιδαμεν, αλλά διατελεϋσι το μέχρι έμεύ αίεί έόντες έλεύθεροι μοϋνοι θρηϊκών... είσι τα πολέμια άκροι» και ο μοναδικός που δεν ακολούθησσε το εκστρατευτικό σώμα των Περσών κατά της Ελλάδος.

Οι Ηδωνοί ήταν αρχικά εγκαταστημένοι στη Μυγδονία που βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό και Γαλικό και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Εγκατέλειψαν την αρχική τους αυτή κοιτίδα, πέρασαν τον ποταμό Στρυμόνα και κατέλαβαν τα διαμερίσματα της Ζίχνης, Αλιστράτης, Δράμας, Δοξάτου κ.ά. κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, αφού έδιωξαν απ αυτά τα διάφορα παιονικά φύλα και άλλα στοιχεία.

Οι Θράκες λάμβαναν μέρος και συμμετείχαν στις επιδρομές που πραγματοποιούσαν άλλες φυλές ή έθνη με βασικό σκοπό την λεηλασία ( Θουκυδ., II, 98, έκδοση ΙΟΕΒ, 1919 (Νο 108), «...πολλοί γαρ των αυτονόμων Θρακών άπαράκλητοι έψ' άρπαγήν ήκολούθουν,...».

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι και οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής Αλιστρατης και Δράμας ήταν Θράκες που προέρχονταν από τις φυλές των Δίων ή των Δερσαίων ή των Οδρυσών ή των Σατρών και περισσότερο των Ηδωνών.

1Koukouli-Chrysantaci H. – Treuil R. : Dikili – Tash, BCH, 111 (1987), σσ. 616-619, όπου και παραπομπές.

2. Renfrew C. – Gimbutas M., Elster, E.S., eds., Exavations at Sitagroi, A. Prehistoric Village in Northeast Greece, Vol. 1, Los Angeles, 1986.

3. Χουρμουζιάδη Γ. - Περιστέρη Κ.: Προϊστορική ανασκαφή Αρκαδικού Δράμας.

Προϊστορικός οικισμός „Τούμπα Αλιστράτης“

Ο οικισμός αυτός αναφέρεται από ορισμένους συγγραφείς και ως «τούμπα Σιταγρών» ή «τούμπα Φωτολίβους». Βρίσκεται πάνω σε γήλοφο χωμάτινο που καταλαμβάνει έκταση 7.500 τετρ. μέτρων περίπου και κατ' άλλους 4.000 - 5.000 τ.μ. Ανασκάφηκε σε βάθος 11 μέτρων και έγιναν 17 τομές κλειστές που είχαν διατάσεις 4x4 μ. ή 2x2 μ. η κάθε μία. Οι Άγγλοι ανασκαφείς αποκαλύπτουν ότι μόνο από μία τομή (την ΖΑ) έβγαλαν 176 κυβικά μέτρα χώμα που περιείχε 28.213 κομμάτια όστρακα συνολικού βάρους 817 κιλών. Αποκαλύφθηκαν πολλές επιχώσεις από τις οποίες η κάθε μία έχει ύφος 1,80 μ. περίπου. Οι επιχώσεις αυτές αντιστοιχούν στις χρονικές φάσεις από τις οποίες πέρασε η ζωή στον οικισμό, όπως λ.χ. η επίχωση Α αντιστοιχεί στην φάση Σιταγροί Ι που αρχίζει από τα 5200 π.Χ., η επίχωση Β αντιστοιχεί στην φάση Σιταγροί II που αρχίζει από τα 4900 π.Χ. κ.ο.κ. ανεβαίνοντας από τα κάτω προς τα πάνω. Βρέθηκαν ειδώλια με ανδρική και γυναικεία ενδυμασία, ειδώλια που παρουσιάζουν τα σύμβολα της διαιώνισης της ζωής, ειδώλια με μυθικά ζώα και με θεότητες κ.ά. Βρέθηκαν αγγεία τριποδικά, αγγεία με μορφές ζώων, αγγεία κοσμημένα με κεφαλή ζώου, αγγεία μεγάλα με εγχάρακτη διακόσμηση κ.ά. Επίσης βρέθηκε το λεγόμενο «κομμένο σπίτι» από το οποίο προκύπτουν σαφή συμπεράσματα για τα υλικά που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των Σιταγρών στην κατασκευή των κατοικιών τους. Επίσης βρέθηκε και φούρνος. Ο οικισμός των Σιταγρών ανήκει στην μέση και ύστερη νεολιθική εποχή, στην πρώιμη εποχή του χαλκού, ύστερη εποχή του χαλκού, εποχή του σιδήρου κ.ά.