ΑΛΙΣΤΡΑΤΙΝΩΝ ΛΟΓΟΣ

Μια μικρή προσπάθεια, όσο αφορά το Αλιστρατινο λεξιλόγιο. Εύχομαι, οι ανά τον κόσμο αλιστρατινοι να έχουν την καλή διάθεση να με βοηθήσουν, για να μη χαθούν πολλές αρχαϊκές λέξεις του χωριού μας. Οι Αλιστρατινοι στο καθημερινό τους λεξιλόγιο χρησιμοποιούν λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ατόφιες ή ελαφρά παραφθαρμένες. Πρέπει να τονίσουμε ότι δέχτηκαν και τουρκικές και σλαβικές επιδράσεις. Η γλώσσα του χωριού επηρεάσθηκε από δουλεία πέντε αιώνων και από τις βουλγαρικές κατοχές (1900-1911,1912-14,1917-18 και 1941-44).
Η κοινωνία Αλιστρατης ως τη δεκαετία του ’50 παρέμεινε κλειστή αγροτική. Μικρό είναι το ποσοστό των νέων οι οποίοι άφηναν το χωριό για σπουδές ή για άλλους λόγους. Και γι’ αυτό το λεξιλόγιο του χωριού κατά ένα μεγάλο ποσοστό παρέμεινε βαρύ, δωρικό. Εξαιτίας των μετακινήσεων των νέων από το χωριό προς την πόλη και της ανάμειξης των Μ.Μ.Ε., κυρίως της τηλεόρασης, σιγά – σιγά η παλαιά λεκτική διάλεκτος τείνει να εξαφανιστεί.

Ένα ασυνήθιστο γλωσσικό φαινόμενο είναι ότι δεν τηρείται ο νόμος της τρισυλλαβίας στον τονισμό. Δηλαδή γίνεται τονισμός πέραν της προπαραλήγουσας αλλά μόνο στα ρήματα π.χ. ίφιραμι (= φέραμε), ίξιραμι (= ξέραμε), πήγιναμι (=πηγαίναμε), ήθιλαμι (=θέλαμε), κ.λ.π.

Επίσης παρατηρείται ένας άλλος γλωσσικός ιδιωματισμός, η κατάληξη –τσι και -θους στο β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής. Έτσι συχνά ακούγονται οι λέξεις: πλύθους (=πλύσου), κοιμθους (κοιμήσου), πιρπάτσι (=περπάτησε), νίφτσι (=να νιφτείς, να πλυθείς) «παντρευτούς και γκαστρωθούς να δω τη λιβιντιά σ’» (που είναι μια παροιμία όπου αποδεικνύεται η αξιοσύνη της γυναίκας μέσα από τους δυο σταθμούς της ζωής της). κ.λ.π.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε την κατάληξη –ουδ’ στα υποκοριστικά και σπάνια θα ακούσουμε: κοριτσάκι, παιδάκι, σπιτάκι, δρομάκι, νεράκι, ψωμάκι, κατηφοράκι. Αντί αυτών ακούμε: κουρτσούδ’, πιδούδ’, σπιτούδ’, δρουμούδ’, νιρούδ’, ψωμούδ’, κατφουρούδ’.

Συνηθισμένο φαινόμενο είναι η μετάθεση συμφώνων: γιομ’ αντί γιος μου κ.λ.π.

Συνήθης είναι η χρήση του «γιατί» και του «αφού» στο τέλος της πρότασης π.χ. «έλα να σι πω δε βαστώ γιατί» (γιατί δεν αντέχω).

Εντύπωση μας προκαλεί και η κατάληξη –σκα, -σκι στους ιστορικούς χρόνους των ρημάτων π.χ. καταλάβνισκα, πήγνισκι (=καταλάβαινα, πήγαινε).

Η λέξη «χρεία» έμεινε αδιάβλητη ως και στις μέρες μας. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα σήμαινε ανάγκη και στο χωριό σήμαινε αποχωρητήριο. Και στις μέρες μας η ερμηνεία της λέξεως «χρεία» αντικαταστάθηκε από τη γαλλική λέξη τουαλέτα. Με αυτόν τον τρόπο η ελληνικότατη λέξη «χρεία» αποσύρθηκε από τη σημερινή μας ομιλία για τους εξής δυο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι θεωρήθηκε χωριάτικη και ο δεύτερος λόγος ότι δεν ακουγόταν τόσο «όμορφα». Υπάρχουν και άλλες ελληνικότατες λέξεις που όπως είναι φυσικό μιλιούνται από τους γεροντότερους, αλλά όχι από τους νεότερους γιατί δεν τις θεώρησαν και τόσο εύηχες.

Από το «αράς – άδος» (απ’ όπου η αράδα) έγινε το ρήμα αραδίζω = περπατώ.

Αξιοσημείωτη είναι η λέξη αγγειά. Ακόμη και σήμερα οι γέροντες χρησιμοποιούν αυτήν την λέξη, όπως π.χ. στη φράση: «Έλα να πλύνς τ’ αγγειά».

Μια όχι και τόσο εύηχη λέξη είναι «Μαρή» που σήμερα αντικαθίσταται απ’ τη λέξη «καλέ». Η λέξη «Μαρή» προέρχεται από το μωρή (μωρός = ανόητος). Δυο εύχρηστες προτάσεις με το αρή που τις χρησιμοποιούσαν και τις χρησιμοποιούν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο είναι οι εξής: «Τι κάνς, Μαρή;» και «Για πού το ’βαλες Μαρή;».

Θα συνεχίσουμε με λέξεις που χρησιμοποιούνται στο χωριό και που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική γλώσσα:

Αγωνιούμι = σπεύδω, βιάζομαι, από τα αγωνιώ – ώμαι.
Αμπλώχνω = βάζω μέσα, φυτεύω. Η ετυμολογία της μας οδηγεί στο εμπολιάζω – εμβολιάζω (έμβολο).
Αστριχιά = η προεξέχουσα στέγη από κεραμίδια. Η ετυμολογία είναι αληθοφανής αν υποθέσουμε ότι όστρακα ή οστρακοειδούς σχήματος κεραμίδια χρησιμοποιούσαν παλιά στη στέγη των σπιτιών. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή (με επιφύλαξη το σημειώνουμε) η λέξη αστριχιά να σχετίζεται με το τρέχω, γιατί εμπόδιζε να τρέχουν τα νερά της βροχής ή από το στέγω – στεγάζω.
Αφκριούμι = αφουγκράζομαι.
Γκλέφαρους = μέτωπο. Πρόκειται για τη λέξη βλέφαρο.
Γκουντουζί = κοντοζύγι
Ζούδια = υποκοριστικό του ζώα, αλλά τη λέξη ως συνήθως τη χρησιμοποιούν μεταφορικά π.χ. δουλεύουν σα ζούδια – κρυφά
Θάμπουσι = νύχτωσε. Από το θάμπος – θαμβώνω – θαμπώνω.
Κουνίδια = γονίδια, αβγά από ψείρες.
Λάμωσα = λάσπωσα (τα παπούτσια). Η λέξη πιθανότατα από την «ιλύν» των αρχαίων που σήμαινε λάσπη. Από την ίδια ρίζα προέρχονται και τα «Λαμώματα» που είναι τοποθεσία στα νότια του χωριού και ονομάστηκε έτσι από τις φερτές ύλες και τη λάσπη που κατεβάζει ο χείμαρρος.
Λείξα = λιχουδιά. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα λείχω – γλείφω εξ’ ου και ο λείξουρος, δηλαδή αυτός που του αρέσουν τα γλυκά.
Λιχνητήρι = γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το λίχνισμα, δηλαδή το χωρισμό του σταριού από το άχυρο. Είναι το αρχαίο «λικμητήριον».
Μάνισε = θύμωσε. Το ρήμα μας οδηγεί στη μήνιν = οργή των αρχαίων.
Μάχνα = φόρα. Από το λατινικό magna = μεγάλη, δυνατή σφοδρή.
Μουλώνω = σωπαίνω. Η λέξη παράγεται από το ομηρικό μύω = κλείνω τα χείλη. Μια φράση που χρησιμοποιείται και σήμερα είναι «εσύ μούλουνι» δηλαδή εσύ να μη μιλάς.
Νιάμα = αυτή η λέξη ακούγεται και σήμερα. Η λέξη αυτή είναι αρχαία ελληνική και βγαίνει από το ρήμα νεάω = οργώνω χέρσα γη, ανανεώνω το χωράφι που άφησα για λίγο χρόνο αργό, για να το καλλιεργήσω ξανά.
Νιμίζω = ανακατεύω, κινώ. Μια χαρακτηριστική φράση που ακούγεται στο χωριό «δεν ψόφισι, νιμίζιτι ακόμα». Πιθανότητα είναι το ρήμα αναμειγνύω, μείγνυμι, μίσγω – αναμειγνύω, άρα κινώ, ανακινώ.
Νιτριχιάζουμι = είναι το ρήμα ανατριχιάζω.
Ξιστοχώ = αστοχώ, ξεχνώ.
Όρκος = πύο. Προέρχεται από τη λέξη έλκος = πληγή. Το λ έγινε ρ κατ’ αναλογία όπως το αδελφός έγινε αδερφός.
Προμηθεύω = παραινώ, συμβουλεύω.
Προυσοψ = Προ της οψεως, η πετσετα.
Πυρουστιά = εργαλείο που χρησιμεύει ως υποστήριγμα πάνω στη φωτιά για να βράσουμε κάτι. Είναι δηλαδή «πυρός + εστία». Υπήρχε και ομαδικό παιχνίδι με το ίδιο όνομα.
Ραγάνα = ο συχνά ενοχλητικός. Παράγεται από το ρήγω (ρήγνυμι, ρηγνύω) και είναι δωρικός τύπος αντί του ρηγάνη. Από τη ραγάνα προήλθε και το ρήμα ραγανίζω.
Σκάρα = είναι η γνωστή ηλιάστρα των καπνών που χρησιμοποιείται το καλοκαίρι. Σκάρα ονομάστηκε από το σχήμα της, είναι η αρχαία λέξη εσχάρα.
Σνιουρίζουμι = συναγωνίζομαι, αμιλλώμαι. Από το συνερίζω = συνερίζομαι.
Τσαρουχια η Τσιρβούλ’(ια) = παπούτσια. Τα τσιρβούλια ήταν λαφριά υποδήματα φτιαγμένα από δέρμα ζώου ιδίως χοίρου. Στο χωριό τα φορούσαν ως τη δεκαετία του ’40 και πιο πολύ στην Βουλγαρική κατοχή, γιατί εκείνη την εποχή τα παπούτσια ήταν είδος πολυτελείας.
Φτίνα = βυτίνα, πήλινο αγγείο όπου έβαζαν λάδι ή ελιές – είναι η αρχαία λέξη πυτίνη και έχει υποκοριστικό το βυτίον.
Υπάρχουν και αρκετές λέξεις αντιδάνεια, δηλαδή λέξεις ελληνικής προελεύσεως που πέρασαν από λεξιλόγιο άλλων λαών και επανήλθαν αλλοιωμένες, φαινομενικά τουρκικές αλλά με ελληνικότατη ρίζα.
Κιλίφι = περικάλυμμα προσκέφαλου, που δεν είναι άλλη από την λέξη κέλυφος.
Κλοτσους = Ελληνική είναι η ρίζα της θεωρούμενης αυτής σλαβικής λέξης που χρησιμοποιείται πιο πολύ στο παιχνίδι κορόνα – γράμματα, κι όταν το νόμισμα σταθεί όρθιο. Πρόκειται για την αρχαία λέξη κλοιός.
Ναφιλέ = άδικα, άσκοπα. Προέρχεται από την ελληνική λέξη ανώφελο – ανωφελώς. Κι αυτή είναι τούρκικο αντιδάνειο.
Σουλνάρ = βρύση. Το ίδιο συνέβη και με αυτή τη λέξη.

-A-

Αβαρία = ζημιά
Άβγαλτους = απονήρευτος
Αβδέλλα = Δίστομο σκουλήκι για τράβηγμα αίματος
Άβουλους = χωρίς ανέσεις
Αγάλι = σιγά- σιγά
Άγαρμπους = άκομψος, αλλόκοτος
Αγγείο = σκεύος μπρούτζινο ή μεταλλικό
Αγέρας = αέρας
Αγίντους = αγίνωτος, άγουρος
Αγκίδα = ακίδα, κομματάκι ξύλου
Άγνουμους = τρελός, άμυαλος
Αγούλα = είδος φαγητού με αλεύρι, πλιγούρι
Αγραπδιά = αγριαχλαδιά
Αγρίδα = αγουρίδα
Αγρικώ = καταλαβαίνω
Αγύρστους = ισχυρογνώμων
Αδερφουπαίδ’ = ανεψιός, -ια
Αδρύς = πυκνός
Αζύγουτους = απλησίαστος
Αίστηση = συναίσθημα, ηθική
Αίτιους = φταίχτης
Ακάματους = χέρσος, μη καλά οργωμένος
Ακατάρστους = ακατατόπιστος
Ακόνμα = ακόνισμα
Αλτσιάκ’ς= φοβιτσιάρης
Αλέτηρ = αλέτρι
Αλίγδουτους = νηστίσιμος, αυτός που δεν λιγδώθηκε
Αλιτρόχειρ = λαβή του αλετριού
Αλιμπίζουμι = λιμπίζομαι, επιθυμώ πολύ
Ανάλατους = άνοστος
Αμιλήτς = αμελής
Ανάβραδα = βραδάκι
Ανήγατους = αφόρητος, κουραστικός
Αντάρα = ομίχλη
Αντρίζ = παριστάνει τον άντρα
Άξεις = άκουσες;
Αξιάκριστους = δεν ξεμοναχιάζεται
Άουκνους = ακούραστος
Απαίνιφτους = ταπεινός
Απαλείφ = αλείφει απαλά
Απουπίς = από πίσω
Απκάζου = καταλαβαίνω, αφουγκράζομαι
Απόειδα = αναγκάστηκα
Αποκριεύου = νηστεύω από κρέας
Απόμνα = έμεινα πίσω, κουράστηκα
Απόχτσα = απόχτησα
Αράδα = σειρά
 Αρτυμάς = βήμα
Ασλόιτα = απερίσκεπτα
Αυλιάκ’ς = άνεργος
Αυτνοί = αυτοί
Αφκριούμι = αφουγκράζομαι
Αγάς = τίτλος Τούρκου στρατιωτικού
Αλάργα = μακριά
Αναγούλα = αναταραχή στομαχιού
Ατζαμής = αρχάριος
Αχτ(ι) = πείσμα, θυμός

-B-

Βαγιουνάς = βαρελοποιός
Βάνα = πήλινη κανάτα
Βαρβάτους = δυνατός
Βουζαράς = κοιλαράς
Βιρνικουμένους = γυαλιστερός
Βίτσα = λεπτή βέργα
Βότρυδα = σκόρος, σκουλήκι που τρώει τα ρούχα
Βουλεύη = ταιριάζει
Βουλίζουμι = επιθυμώ
Βουνιά = κοπριά αγελάδας
Βρανούδα = λεπτό σκοινί
Βρουχώνου = κρύβομαι, τρυπώνω
Βατράχι = ο βάτραχος
Μπόσκους = χαλαρός
Μπούκλα = παγούρι ξύλινο
Μπουμπουτίζου = ανανεώνω τη φωτιά
Μπουνέλου = πιρούνι
Μπουρλιάζω = περνώ φύλλα καπνού σε κλωστή
Μπουρμάς = κάνουλα
Μπρούμτσι = έπεσε, γονάτισε
Μπρουσνέλα = το ζώο που οδηγεί το κοπάδι
Μουστερής = υποψήφιος
Βεσκα = σκιά θάμνου
Βούρκος = βρώμικα λασπόνερα
-Γ-
Γαίμα = αίμα
Γαλατσίδα = αγριόχορτο που ο χυμός του είναι σαν το γάλο
Γανιάζου = σκάβω απ’ το κακό μου
Γέρειν’ = γέρνει
Για ’λα ’δω = έλα εδώ
Γιάλα = έλα
Γιαλαντζής = αυτός που ξεγελά τους άλλους
Γιάμα = κατάληψη, πέταγμα κερμάτων απ’ το νονό στα παιδιά στην αυλή της εκκλησίας κατά τη βάπτιση
Να γιανου = να γινω καλα
Γιαπράκ = σαρμαδάκι
Γιουντζιας ή γιουντζές = το τριφύλλι
Γιουρντάν’ = κολιέ, περιδέραιο
Γιουφκάς = χυλοπίτα
Γιούχα = το κράξιμο, αποδοκιμασία
Γκάζ = πετρέλαιο
Γκιζιρώ = γυρίζω άσκοπα, περιπλανιέμαι
Γκινίκης = αδιάφορος
Γκιουλές = μεγάλη πέτρα
Γκλαβανή = καταπακτή
Γκουρλώνου = ανοίγω διάπλατα μάτια, αφοσιώνομαι
Γνουστεύου = λογικεύομαι
Γνυκάς = γυναικάς
Γουνιούμι = βιάζομαι
Γράδους = μονάδα μέτρησης πυκνότητας υγρών
Γρατσαν = το Αγιοχωρι
Γαϊτάνι = μεταξωτό κορδόνι
Γινάτι(ι) = πείσμα, θυμός
Γκαιντανιτσα = η φλογέρα της γκάιντας
Γκαλντιριμ = λιθόστρωτο μονοπάτι
Γκαρνταλο = ο ίσος της γκάιντας
Γκαιρετι = κουράγιο
Γκιζερω = περπατώ (..που γκιζιρτζεις πάλι…= ..που γυρνούσες πάλι…)
Γκιουμ = δοχείο μεταφοράς νερού
Γκιουρλουκ(ι) = ξεραμένοι ψηλοθαμνοι
Γκιουφτους = Γύφτος
Γκουλιαρκα = νεογέννητα πουλιά
Γκουστεριτσα = σαύρα (γουστέρα)
Γουμαρ(ι) = νεαρός γάιδαρος
Γούρνα = τρυπά στο δρόμο γεμάτη με βρώμικο νερό
-Δ-
Δαίμονας = δραστήριος
Δαμάλ = θηλυκό μοσχάρι
Διαβασιά = σφιχτήρας που σφίγγει τα χείλη των ζώων ή τα ρουθούνια
Δγιες = δες
Διξίμ = Διξε μου
Διρμόν = κόσκινο με μεγάλες τρύπες
Δόλιους = κακόμοιρος, ταλαίπωρος
Δουκράν = διχαλωτό ξύλινο εργαλείο
Ρουδάκινου = ροδάκινο
Δικελ = γεωργικό εργαλείο
-Ε-
Έβα! = πω πω!
Επαύριο = επομένη

-Ζ-
Ζαβά = στραβά, ανάποδα
Ζακιάζου = μπερδεύω
Ζαμακώνου = δέρνω, ρίχνω κάτω βίαια
Ζαμάν = μεγάλο χρονικό διάστημα, άλλη εποχή
Ζαπ = νίκη, κουμάντο
Ζαπώνου = κυριεύω, κλέβω
Ζιβζέκς = ανόητος
Ζίφσει = έσβησε
Ζμπουρίζου = συζητώ
Ζογάρ’ = κυνηγετικό σκυλί
Ζούζουλου = πειραχτήρι
Ζουμπάς = σιδερένια σφήνα, ο κοντος ανθρωπος
Ζαγάρι = νεαρο ζωο – κυνηγετικο σκυλι
Ζαγουμπενος = Χαζός, ηλίθιος
Ζαμάνια = μεγάλο χρονικό διάστημα
Ζουρλός = τρελός
Πούκνι = σκάσε, στάσου
-Η-
Ήλιου ήβγασμα = ανατολή
-Θ-
Θαμάζουμι = σκέφτομαι, βρίσκομαι σε δίλημμα
Τέτα = θεία
Θειους = θείος
 
Θύρα = πόρτα
Θεριστής = Ιούνιος
-Ι-
Ίβα: = πω, πω!
Ιπί τ’ αυτού = επίτηδες
Ίρα = πω πω!
Ίσα = αμέσως
Ίτς μίτς = ό,τι να ’ναι
-Κ-
Καβάκι = λεύκη
Κάδα = πατητήρι, ληνός
Καθαυτού = γνήσια
Κακαρώνου = πεθαίνω
Καλτάκα = η γυροφερτα, η κακια γυναικα
Καλιμάνα = νονά
Καλίτσα = κρασοκανάτα
Καλούπ’ = η φόρμα που στοιβάζουν τα καπνά, η μήτρα
Καμαρώνου = παρακαλώ, μεταφορικά: νυστάζω
Καμώνιτει = γίνεται, οργώνεται
Κανάπ’ = σπάγκος
Καλαγκουσκες =
Καπούλια = τα νώτα του άλογου η γαιδάρου η μουλαριού κλπ.
Καραγκατς =
Καρδάρα = δοχείο μεταλλικό για γάλα
Καρτάλι = Γεράκι, αετός
Κεμέρι(ι) = πηγή
Κεχαγιάς = κυρίαρχος, άρχοντας
Κιλίμι = μάλλινο χρωματιστό στρωσίδι
Κιορις = βλάκας
Κιουπης = δίχως μυαλό
Κιούπι = πήλινο δοχείο
Κιουρπιτς = τούβλο από χώμα
Κιρκινέζι = Γεράκι
Κόρα = η εξωτερική φλούδα του ψωμιού
Κόρφος = στήθος
Κουντουστούπς = ανθρωπάκι, μικροκαμωμένος
-Λ-
Λαγήνα = στάμνα
Λαγουνίκα = θηλυκό κυνηγετικό σκυλί
Λαλώ = οδηγώ τα ζώα
Λάου λάου = σιγά - σιγά
Λαφιάτς = φίδι μήκους 1,5 μ. χωρίς δηλητήριο
Λείξα = λιχουδιά
Λειχούσα = λεχώνα
Ληνός = πατητήρι που πατάνε τα σταφύλια
Λιάγκουβους = μικροκαμωμένος
Λιάσκει = λιάστηκε
Λιέτσιους = απεριποίητος, ασουλούπωτος
Λίμα = μεγάλη πείνα, εργαλείο
Λιουγκούρς = μεγαλόσωμος άντρας και αφελής
Λιούτας = αλλόκοτος
Λουξ = δυνατή λάμπα που ανάβει με βενζίνη
Ολόγυρα = γύρω – γύρω
Λούσκι = έκανε μπάνιο, λούστηκε
Λούτσα = μουσκίδι, μούσκεμα
Γλυκάνσου = γλυκάνισο
Λαλάω = παροτρύνω τα ζώα προς τα μπροστά
Λεντσιου = Ελένη
Λουλος = τρελός
-Μ-
Μαγλαράς = μαγουλάς
Μαθέ = βέβαια
Μακιδουνίσ’ = μαϊντανός
Μαλαγάνα = καταφερτζής, κόλακας
Μαλάς = μυστρί
Μαλιουκάτ’ = κακός άνθρωπος
Μαμαλίγκα = πηχτός χυλός (αλεύρι και λίπος)
Μανάκα = η μεγαλη γυναικα, η γιαγιά
Μάνι – μάνι = γρήγορα
Μανιά = γιαγιά
Μανίζου = θυμώνω
Μάνταλους = σύρτης
Μαξούς = επίτηδες
Μαργώνου = μουδιάζω
Μαρί! = καλέ!
Μασάλ’ = παραμύθι, αστείο
Μασιά = πιάστρα που μαζεύουν, πιάνουν τα κάρβουνα
Μαστραπάς = σοφράς (χαμηλό τραπέζι)
Ματσαλώ = μασώ
Μάχνα = κουράγιο
Μαχούδα = λεπτή σανίδα
Μηλιαδέρφ’ = αδερφός μετά από υιοθεσία
Μιντέρ’ = καναπές
Μισάντρα = χωνευτή ντουλάπα
Μισιριά = καλαμποκιά
Μόκο = ησυχία
Μουκαϊτιά = όρεξη για δουλειά
Μουλώνω = σταματώ να μιλώ
Μουρντάρς = ακάθαρτος
Μούτιψει = έχασε το ηθικό του
Μούτσκα = μούρη, μύτη
Μπαΐρ’ = βουνό
Μπακράτσ’ = μικρό χάλκινο δοχείο
Μπάμπου = γιαγιά
Μπανίσκι = έκανε μπάνιο
Μπασκί = φυτευτήρι
Μπέγκους = λόφος
Μπιμπλιά = στραγάλια
Μπιτσιακούδ’ = μικρός σουγιάς
Τσεκμες = ειδικος σουγιας
Μαξους = επίτηδες
Μαστάρι = μαστός
Μαστραπάς = μεταλλικό δοχείο
Ματοτσίνορα = βλεφαρίδες
Μαχαλάς = γειτονιά, συνοικία
Με΄ι΄νταν(ι) = πλατειά, ανοιχτό μέρος
Μισιρ(ι) = καλαμποκίσιο αλεύρι
Μουχταρης = γραμματικός
Μπαιλτσα = εσκασα
Μπαϊρακτάρης = σημαιοφόρος
Μπαμπου = γρια
Μπαξές = κήπος
Μπασμας = ο γνήσιος καθαρός καπνός
Μπλια΄ι΄κους = ηλίθιος
Μπουξιας = πράγματα τυλιγμένα σε ύφασμα για ποιο εύκολη μεταφορά
-Ν-
Ναβάλ’ς = χαζός
Νάκους = χαζός
Μπουρίνι= Νεροστρόφος
Νηπαυμένους = ξεκούραστος, αναπαυμένος
Νίβουμι = πλένομαι
Νιγλιάζου = αναγουλιάζω
Νινιό = μυαλό
Νιρουκάηκα = δίψασα πολύ
Νιρουφιούμι = κλαίω ηχηρά, με αναφιλητά
Νίσμπα = υπόγειο (κρεμούσαν τα σανδάλια να μαλακώσουν)
Νιτριχιάζουμι = ανατριχιάζω
Νίφτους = πλύσου
Νότιασει’ = υγρασία
Νουμάς = ο μεγαλύτερος από τους βώλους (παιχνίδι)
Νταβάς = ρηχή κατσαρόλα
Νταβραντίζου = ζωηρεύω, δυναμώνω
Νταγιαντίζου = παίρνω θάρρος
Ντάλ’ =κλαδί
Ντάλα = ακριβώς
Νταμώνου = ενώνω
Νταρλιάζω = θολώνω
Νταρντανιάσκα = κουνήθηκα
Ντέγκ’ = ζύγι
Ντιβανές = βλάκας
Ντουλαμάς = γιλέκο
Ντουρντουβάκ’ = εργάτης για καταναγκαστικά έργα επί βουλγαρικής κατοχής
Ντουρβάνα = βαρέλι σε σχήμα κώνου όπου το γάλα γίνεται βούτυρο
Νυφουστόλ’ = σεντόνι στον τοίχο στολισμένο με κισσό (όσα πάρ’ η νύφ’ στο νυφουστόλ’)
Νουματεοι = άτομα
Νταβάς = ταψί
Ντέρτι = καημός
Ντορβάς = υφασμάτινο σακούλι
Ντουνιάς = κόσμος
Ντούρους = ίσιος, αλύγιστος
-Ξ-
Ξανάστρουφα = ανάποδα
Ξιαλλάζου = ξεντύνομαι
Ξιαπουλνώ = αφήνω κάτι ελεύθερο
Ξιγκουρλώνω = χαζεύω, παρατηρώ
Ξικόβουμι = κουράζομαι πολύ
Ξιναχώνου = ξεθάβω
Ξιπαραλιούμι = ξηλώνομαι
Ξιπατώνου = ξεριζώνω, καταστρέφω
Ξιπουβγάζου = αποχαιρετώ, ξεπροβοδώ
Ξισκουρνίζου = τρομάζω (τις κότες)
Ξιστουχώ = ξεχνώ
Ξυστρί = μεταλλική χτένα για ζώα
Ξόρκια = μαγικά λόγια
-Ο-
Όκνα = η πέτρα που κλείνει την πόρτα του φούρνου
Οντάς = δωμάτιο υποδοχής
Ουκνευου = τεμπελιαζω
Ούκνιαρς = τεμπελης
Ό,τι φτάσ’ = ό,τι να ’ναι
Ουντάς = κάμαρα
Ούρδα = μυζήθρα
Αραματια = το στενό χώρισμα μεταξύ δυο σπιτιών
Όχιντρα = οχιά
Όχτας = χωμάτινος τοίχος
Ουρμηνεβου = συμβουλεύω
-Π-
Παίδημα = ταλαιπωρία
Φλεβα = χαρταετός
Παντζιάκα = η χοντρή μάλλινη κάπα του βοσκού
Παπλιάκ’ς = ο παππούς
Παπούδα = φαγητό από αρνίσια εντόσθια και ρύζι
Παραμαζώνου = παρασύρω μαζί μου ή κατσαδιάζω
Παράνουμα = παρατσούκλι, παρανόμι
Παραξηλώνου = ξηλώνω πολύ αλλά και το παρακάνω
Παραπόρτ’ = κρυφή πόρτα
Παρασόλ’ = ομπρέλα
Παραστατό = κατώφλι
Παραχώνου = θάβω
Παρμάκια = ξύλινα κάγκελα
Παστάλ’ = ματσάκι από φύλλα καπνού
Πασταλιάζου = στάδιο της επεξεργασίας του καπνού
Πατλάκ’ = βαρελότο
Πατόγκεις = πολλά ψέματα
Πατούνα = η πατούσα
Πατσάς = το κεφάλι
Πηλικότσ’ = ο αστράγαλος
Πηρέτς = σερβιτόρος σε γάμο
Πιδημός = κούραση
Πιλέκα = κομμάτι τυριού ή ξύλου
Πινακωτή = ξύλινη κατασκευή που έβαζαν τη ζύμη για το ψωμί για να ψηθεί
Πινιούμι = παινεύομαι
Πισκέφαλου = μαξιλάρι
Πιτνός = κόκορας
Πιτσκάρσει =ξέφυγε κάτι απ’ το καλούπι του
Πιχαλιάνου = ξεκουράζομαι
Πλαϊτό = το τρέξιμο
Πλάλα = τρέχα
Πλαλώ = τρέχω
Πουλάρ = μικρό άλογο
Πλασταριά = στρογγυλό ξύλο που πλάθουν ψωμί
Πλαστήρ’ = κυλινδρικό ξύλο για άνοιγμα φύλλου
Πλατέα = πλατεία
Πληβρίτουσι = κρύωσε
Πλιγούρ’ = φαγητό από χοντρό αλεσμένο σιτάρι
Πλιθί = μικρό άψητο τούβλο
Πινακουτή = φόρμα του ψωμιού
Πουρδουκλώνουμι = σκοντάφτω
Πουτσναρούδ’ η μπασκι = στενό χωνί από τενεκέ για το φύτεμα του καπνού
Πούφλιους = μαλθακός
Πόυφκα = ψέμα
Προσαψίδια = προσανάμματα
Προσόψι = πετσέτα προσώπου
Πσκέφαλου = μαξιλάρι
Παράς = τουρκ. Νόμισμα
Παρτάλι(ι) = κουρέλι
Πεσκέσι = Δώρο
Πλιάτσικο = χωρίς κόστος
Πουρνό = χαραυγή
-Ρ-
Ρέχα = φλέμα
Ριτζιέλια = γλυκό από κολοκύθι και μούστο
Ριφινές = ίση συμμετοχή στα έξοδα
Ρουφούζ’ = δεύτερης ποιότητας καπνός
Ρούσα = ξανθιά
-Σ-
Σαβουρντώ = πετώ
Σάλιακας = σαλιγκάρι
Σαλίστρα = ελαφρύ φόρεμα
Σαλτίζου = κάνω άλμα, πηδώ
Σάμπους = μήπως, σαν
Σαντάλ’ = συσκευασία από έξι ξερές βέργες καπνού σε σπάγκο, που πιάνονται σε ένα τσιγκέλι
Σαουχτίζω ή σουχτίζω = τελειώνω γρήγορα μια δουλειά
Σάρα = το πρώτο γάλα μετά τη γέννα
Σαράπα = κατώτερης ποιότητας καπνός
Σαρίκ’ = μεγάλη βέργα (2,5μ.) απ’ όπου κρέμονται φύλλα καπνού σε σπάγκο για στέγνωμα
Σασίρτσα = σάστισα
Σβάρνα = γεωργικό εργαλείο που διαλύει τους βωμούς χώματος
Σιαμί = μαντίλα
Σιασιρμάς = αναστάτωση, χαμός
Σιασιρντίζου = τα χάνω
Σινί = μεγάλο ταψί ειδικό για ψήσιμο πίτας
Σιόλ = φλιτζάνι
Σιρμπετ = φαγητό πρόχειρο για το χωράφι με νερό, ξύδι και ζαχαρη που τρωγοταν με ελαιες
Σιτζίμ = λεπτό, γερό σκοινί που δένουν τα δέματα του καπνού
Σκαμνούδ = σκαμνάκι
Σκανιάζου = στενοχωριέμαι
Σκαρίδ’ = ξύλινη λεκάνη για ζύμωμα
Σκιλίδα = κομματάκι σκορδου
Σκύβαλου = ότι μένει μετά από κοσκίνισμα σιταριού
Σιμάδια = βέρες
Σνι = ταψί
Συνουρίζουμι = συνερίζομαι, συναγωνίζομαι
Σνουρίζουμι = συναγωνίζομαι
Σουλνάρ’ = Σωλιναρι
Σούντσει = έσκασε, αγανάκτησε
Σουπιέρα = βαθιά πιατέλα
Σούρβα = κάλαντα ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, το ποδαρικό
Σουφράς = κοντό στρογγυλό τραπέζι
Σπαργουμέν’ = γεμάτο (στήθος) με γάλα
Σπίρτου = οινόπνευμα
Στάβα = η φωτιά που ανάβουν σε κάθε γειτονιά του χωριού την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς
Σταλιβριά = μουσταλευριά
Σταυρώνου = συναντώ
Στέκα = σταμάτα
Στρέχου = συμφωνώ
Στριχιά = η άκρη της στέγης
Στυλιάρ’ = χειρολαβή ξύλινη γεωργικών εργαλείων
Στυλώνω = αντιστέκομαι
Σύρε = πήγαινε
Σφουκστήρ’= πετσέτα
Σαματάς = φασαρία, καβγάς
Σβέρκος = λαιμος
Σιαψσιαλης = ετοιμόρροπος, χαμένος
Σιουμα = άχυρα από κορμούς καλαμποκιού
Σιργιάνι = περίπατος, θέαμα
Σιτζιμ = σχοινι
Κάνου ζαπ = επιβάλλομαι, δαμάζω
Καρντακούδα = μικρό κουδούνι που κρέμεται απ’ το λαιμό μικρού ζώου
Κάτσιασει = μαράθηκε, μαράζωσε
Καύκαλου = καβούκι, το εξόγκωμα της πληγής όταν ξεραίνεται
Καφελούκι = μπρίκι
Καψίδια = τα άχρηστα φύλλα του καπνού που πετιούνται μετά το παστάλιασμα
Κηδεύου = κρύβω κάτι
Κιούπ’ = πιθάρι
Κότσ’ = αστράγαλος, αρσενικό πρόβατο
Κουί = υπόγειο για αποθήκευση σανταλιών, νίσμπα
Κουκώνα = αρχοντογυναίκα
Κουλιά = τα πισινά
Κουλνώ = κολλώ
Κουνίδια = αυγά ψείρας
Κούπους = σωρός
Κουπρίτς = τεμπέλης
Κουράσ’ = κορίτσι
Κουρβούλ’ = κλήμα, κορμός αμπέλου
Κουρδουκλώ – κατρακυλώ
Κουρκουτιάζω = αποβλακώνομαι
Κουσάς = μεγάλο δρεπάνι για κόψιμο τριφυλλιού
Κουτρώ = κουτουλώ
Κρατούνα = νεκροκολοκύθα, μεταφορικά κεφάλας
Κριας = κρέας
Κρούου = χτυπώ
Κωθών’ = τιποτένιος, άσχετος
Σπαντζα = τοποθεσία της Αλιστρατης, προέρχεται από την λέξη σπονδή, φόροι, δωροδοκία
Στάμνα = πήλινο δοχείο για νερό
Σφάχτης = πόνος δυνατός
-Τ-
Ταϊφάς = οικογένεια
Ταμάχ’ = η πλεονεξία
Τανίζου = τεντώνω
Ταπουτώρα = προηγουμένως
Ταχιά = αύριο το πρωί
Τέκα ή στέκα = στάσου
Τέλ’ = το σύρμα
Τζιμπές = μακρύ μαύρο πανωφόρι
Τιζάρου = τεντώνω και μεταφορικά πεθαίνω
Τιρλίκ’ = κοντή πλεχτή κάλτσα ως το αστράγαλο
Τιμαρεύου = συγυρίζω το σπίτι
Τν’ άλλ’ = μεθαύριο
Τόι = το ζώο
Τάβλα = πετσέτα
Τουξουπίσ’ = από πίσω
Τούπκα = κατακόμβη
Τούρνα = είδος ψαριού και ο κουτός άνθρωπος
Τράφους = ακαλλιέργητη άκρη του χωραφιού
Τραχλιά = το κούμπωμα ενός ρούχου πίσω
Τριβόλ’ = αγκάθι
Τριχάλου = εργαλείο με τρία «δόντια για το πέταγμα της κοπριάς
Τουρβάς = σάκος
Τσακίρσ’ = γαλανομάτης
Τσακίσου,χαντακοσου = φύγε, χάσου
Τσακμακίζου = σπινθιρίζω
Τσάκνου = κομμάτι ξύλου για προσάναμμα
Τσαντήλα = άσπρο ύφασμα για το στράγγισμα του γάλακτος
Τσιανάκα = μεγάλο βαθύ πιάτο
Σιαπάν = επάνω
Τσιαρδάκ = ανοιχτό σαλόνι
Τσιατάλα = διχάλα
Τσιατμάς = λεπτός τοίχος από ξύλινα δοκάρια
Τσιβδός = αυτός που ψευδίζει
Τσιβρές = μεγάλη άσπρη μαντήλα για τον ήλιο
Τσιζβες η καφιλικ = δοχειο για το ψησημο του καφε
Τσιμπέρ’ = μαντήλα
Τσιούλ’ = σακί που τυλίγουν τα δέματα του καπνού
τσαρούχια = Παπουτσια από δερμα ζωου
Τσιατίνκου’ς = δυσκολος
Τσόλ’ = χοντρός μουσαμάς για τη βροχή
Τσουράπια = κάλτσες
Τσούρλου = απόστημα του σώματος, σπυρί με πύο
Τυράνσμα = μαρτύριο
Τυχώντας = τυχαίος
 
-Υ-
 
-Φ-
Φαράσ’ = φτυαράκι
Φεύγα = φύγε
Φκέλ’ = η δικέλλα
Φκυάρα = φτυάρι
Φουρκάλ’ = η σκούπα
Φουρλαντίζω = ρίχνω κάποιον κάτω
Φριξ’ = φόβος, τρομάρα
Φτουρώ = τελειώνω γρήγορα
Φτω = φτύνω
 
 
-Χ-
Χαιβάν’ = ζωο
Χαϊάτ = διάδρομος κλειστός
Χαλάλ’ = ευχαρίστως
Χαλεύου = θέλω
Χαλνιέμι = αδιαθετώ, ψυχραίνομαι με κάποιον
Χαμουτζίδκου = μαγαζί για εξαρτήματα ζώων
Χάνω = χασμουριέμαι
Χαρά = ο γάμος
Χαρχάλεμα = σιγανός θόρυβος
Χασές = βαμβακερό ύφασμα
Χασίλ’ = το πράσινο βλαστάρι του σιταριού ή κριθαριού
Χασουμέρσα = καθυστέρησα
Χερ-χερ = βιαστικά
Χιλιντζές = η νοθεία, ψευτιά
Χλιάρ = κουτάλι
Χλιάρα = κουτάλα, ή πολυλογού
Χλιαρουθήκ’ = κουταλοθήκη
Χουγιάζου = φωνάζω
Χούι = συνήθεια
Χουνί = μπουρί (σωλήνας σόμπας)
Ουντζιάκ’ = καπνοδόχος
Χουχτίζου = ζεσταίνω τα χέρια με την αναπνοή
Χράμ = μάλλινο σεντόνι
Χρεία = ανάγκη αλλά και αποχωρητήριο
Κοιτάζου = βλέπω
Χτικιάζου = αδυνατίζω, παθαίνω φυματίωση
 
-Ψ-
Ψαρής = γκρίζο άλογο
Ψάρι = γκρίζο χρώμα
Ψιακί = δηλητήριο
Ψιακώνου = δηλητηριάζω
Ψυχουχάρτ’ = ψυχοχάρτι
 
-Ω-
Ω λε λε = ωχ! Αχ! κλάμα

Τουλούμι = ασκί από δέρμα ζώου
Τσαλίμι(ι) = κόλπο
Τσαπράζια = ασημένια στολίδια η οπλοφορεσια
Τσαρούχια = δερμάτινα υποδήματα με κορδόνι ως το γόνα
Τσαρσί = αγορά
Τσεμπέρι = λεπτό κάλυμμα κεφαλιού
Τσιαρδακ(ι) = μεγάλο μπαλκόνι
Τσούπρες = κοριτσάκια
Φούρκα = διχάλα
Φουρκαλω = ξεσηκώνω
Χα΄ι΄μαλι = φυλακτό
Χα΄ι΄ρ(ι) = προκοπή
Χαγιάτι(ι) = πλακόστρωτο μέρος της αυλής
Χιτς = καθόλου